Αριστερή κυβέρνηση και εξουσία

Να διεκδικήσει την εξουσία όμως, όχι την κυβέρνηση…

Αρκετές αναλύσεις και ποικίλες συζητήσεις συσχετίζουν άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά τη λεγόμενη «αριστερή κυβέρνηση» ως τμήμα της στρατηγικής μετάβασης προς το σοσιαλισμό, παρουσιάζοντας αρκετά ιστορικά παραδείγματα και διανθίζοντας το όλο ζήτημα με επίκαιρες προεκτάσεις.

Η πλήρης πραγματικότητα είναι ότι σε μια άλλη εποχή του καπιταλισμού, αυτό συνοδευόταν από την ύπαρξη του ανεπτυγμένου εργατικού κινήματος της διαπραγμάτευσης. Από τη συνύπαρξη στον έναν ή τον άλλο βαθμό των δύο συστημάτων (καπιταλιστικού και «υπαρκτού» σοσιαλισμού) και από μια άλλη κοινωνική υπερδομή, όχι χαρακτηρισμένη από τον ατομικισμό, αλλά από τη συλλογικότητα. Όλα τα κομμουνιστικά ρεύματα (από το ευρωκομμουνιστικό και το τριτοδιεθνιστικό μέχρι το μαοϊκό και το τροτσκιστικό) θεωρούσαν φυσιολογικό να υπάρχουν στα πολιτικά τους προγράμματα ενδιάμεσα τακτικά βήματα που περιελάμβαναν κάποια μορφή κυβερνητικής εξουσίας. Πάντα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος και με στόχο τη συγκέντρωση δυνάμεων για την παραπέρα επικράτησή τους.

Υπήρχε η εντύπωση ότι οι συνθήκες ευνοούσαν. Κάτι ο αντιαποικιακός αγώνας, κάτι η ισορροπία των δύο υπερδυνάμεων, κάτι η γενικότερη αίγλη της δημοκρατίας και του αντιφασισμού μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έσπρωχναν εύκολα προς τέτοιες προγραμματικές κατευθύνσεις. Αυτά τα ενδιάμεσα βήματα πάντα συνδέονταν με την αξιοποίηση του αστικού κράτους για τη σταδιακή καταστροφή του και το μετασχηματισμό του σε σοσιαλιστικό. Σε αντίθεση με τη λενινιστική διδασκαλία για το κράτος, αλλά και τις ποικίλες ήττες που γνώρισε η τακτική αυτή ήδη στον 20ό αιώνα.

Σήμερα, τα πράγματα έχουν όμως αλλάξει. Καμία από αυτές τις σχετικά «ευχάριστες» συνθήκες δεν ισχύει. Η κρίση υπερσυσσώρευσης που μαίνεται αδυσώπητη στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα από το 1973 και μετά, οδήγησε στο σάρωμα κάθε κατάκτησης των εργαζομένων. Η νέα αγριότερη φάση της κρίσης, που ξέσπασε το 2008, οδηγεί τους πιο αντιδραστικούς κύκλους των αγορών σε επίθεση στο ίδιο το αστικοδημοκρατικό πολίτευμα. Ποια τακτική αριστερής κυβέρνησης εκείνης της παλιάς μορφής μπορεί να σταθεί σε ένα τέτοιο τοπίο; Μάλλον καμία…

Οι όποιες αριστερόστροφες διαφοροποιήσεις μιας «αριστερής κυβέρνησης» από τα άλλα αστικά κόμματα θα γίνονται σε επίπεδο ύφους και τακτικισμού. Σε στρατηγικό επίπεδο όμως, αυτή θα προσαρμόζεται στην επιλογή της υποστήριξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και προοπτικά θα συμμορφώνεται με τους σκληρούς όρους της ευρωζώνης. Η στόχευση σε μια «προοδευτική» παραλλαγή της αστικής πολιτικής θα αδυνατεί να αμφισβητεί τον ίδιο τον καπιταλισμό ως ένα αντιδραστικό πλέον σύστημα στον ιστορικό ορίζοντα της ανθρωπότητας.

Αντιθέτως, παρόλο που οι παραγωγικές δυνατότητες της εργασίας έχουν απογειωθεί, στοιχειοθετώντας πιο άμεσα την κομμουνιστική δυνατότητα, η παρούσα κρίση και η απορρύθμιση της εργασίας θέτει το ζήτημα της εξουσίας των δυνάμεων της εργασίας και όχι της «αριστερής κυβέρνησης». Το εργατικό κίνημα, υποχρεωμένο πλέον από τις ιστορικές περιστάσεις, πρέπει να διεκδικήσει την εξουσία. Όχι στο «παλαιό» ιστορικό σημείο «σοσιαλισμός ή καπιταλισμός», αλλά στο επίκαιρο με φόντο την κρίση: Mε δημοκρατικό – αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο βάσει ενός προγράμματος εξόδου από την κρίση, να θεμελιώσει την πάλη για το μετασχηματισμό της κοινωνίας σε σοσιαλιστική από εκείνο το σημείο. Και να διεκδικήσει την εξουσία όμως, όχι την κυβέρνηση…

Από την άλλη μεριά, η ριζοσπαστική και εν γένει η κομμουνιστική Aριστερά, εκτός από την επισήμανση των κινδύνων μιας τεράστιας εξαπάτησης του εργαζόμενου λαού ή μιας αντιδημοκρατικής εκτροπής, την οποία μπορεί να επιφέρει μια αφελής εμμονή στο πείραμα της «αριστερής κυβέρνησης», οφείλει να θέτει διαρκώς στους εργαζόμενους ένα αναλυτικό και ολοκληρωμένο μεταβατικό πρόγραμμα εξουσίας. Σαν να επρόκειτο να αναλάβει αύριο την κυβέρνηση και την εξουσία. Η περίοδος όπου οι γενικές αιχμές θεωρούνταν επαρκείς έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο ρόλος του κομμουνιστικού κινήματος και ο συντακτικός του λόγος έχει ιστορική υποχρέωση να επανέλθει στο προσκήνιο. Δεδομένου ότι τα ζητήματα του χρέους, της ΕΕ και του ευρώ ήδη αποτελούν ζητήματα πρώτης γραμμής της παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής Aριστεράς, αυτή οφείλει στο πολιτικό ζήτημα να εκδηλώσει το χαρακτήρα του δημοκρατικού πολιτεύματος και του συντάγματος. Στο εθνικό ζήτημα να αποτυπώσει συνολικά τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της χώρας. Και φυσικά, στο κοινωνικό ζήτημα να ξεκαθαρίσει ποιο θα είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων, τη δομή και τη μορφή οργάνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, στα πλαίσια του εργατικού ελέγχου και της συνεταιριστικής επιχείρησης. Να ορίσει τη δομή και το περιεχόμενο μιας νέας βιομηχανικής ανάπτυξης της χώρας, στηριγμένης στις δημόσιες επενδύσεις και στα πανεπιστημιακά ιδρύματα που θα πρέπει να λειτουργούν βάσει των αναγκών της κοινωνίας. Σημειωτέον ότι η σύνδεση της επιστήμης με την παραγωγή και την εργασία είναι επιθυμητή. Αρκεί οι δυνάμεις της εργασίας να θέσουν τους δικούς τους όρους για να είναι ρεαλιστική η δυνατότητα διαχείρισης προς όφελός τους.

Υπό το πρίσμα αυτό και μόνο, οι σπίθες ενός νέου εργατικού διαφωτισμού του 21ου αιώνα μπορούν να ανάψουν.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 05/05/2012)

(Φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ)

Η κριτική παιδαγωγική ως εργαλείο χειραφέτησης

Την δυνατότητα της κριτικής παιδαγωγικής όχι μόνο να αναλύει και να στέκεται κριτικά απέναντι στην διαδικασία μάθησης αλλά και να συμβάλλει στην απελευθέρωση του ανθρώπου εξετάζει ο συλλογικός τόμος με τίτλο Η Κριτική Παιδαγωγική στο Νέο Αιώνα (εκδ. Ι. Σιδέρη) τον οποίο επιμελήθηκε η καθηγήτρια Παιδαγωγικής, Μαρία Νικολακάκη.

Ως καίρια συμβολή στην επαναθεμελίωση της εκπαιδευτικής θεωρίας, μπορεί να χαρακτηριστεί ο συλλογικός τόμος τον οποίο επιμελήθηκε η Μαρία Νικολακάκη, με τίτλο Η Κριτική Παιδαγωγική στον Νέο Αιώνα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Σε αυτό το βιβλίο, πολλοί διανοούμενοι που αυτοπροσδιορίζονται ως κριτικοί παιδαγωγοί προσφέρουν το συγγραφικό τους έργο, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για να εκλείψουν οι συνέπειες της καταπιεστικών καθεστώτων εξουσίας στην κοινωνία γενικά. Ο αναγνώστης μπορεί να δει τις προσεγγίσεις των Ζίζεκ, Φρέιρε, Ζιρού, ΜακΛάρεν, Μακίντο, Στέινμπεργκ, Αρόνοβιτς, Τσόμσκι, Χάουαρντ Ζιν και άλλων, για την κριτική συνειδητοποίηση και απελευθέρωση της εκπαίδευσης και άρα της κοινωνίας γενικά.

Η Κριτική Παιδαγωγική αποτελεί εκπαιδευτική θεωρία, και ταυτόχρονα διδακτική και μαθησιακή πρακτική. Στοχεύει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και συνείδησης των μαθητών. Η ανάπτυξη της κριτικής συνείδησης αποτελεί τον θεμέλιο λίθο ενός ευρύτερου πολιτικού αγώνα που θα αμφισβητεί τις καταπιεστικές κοινωνικές συνθήκες και η όποια κοινωνική αλλαγή θα καταλήγει στην ισοτιμία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Κριτική Παιδαγωγική έχει τις ρίζες της στην κριτική θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται με πλήρη επάρκεια οι μεταβολές που έχει υποστεί ο όρος στην πάροδο του χρόνου. Αυτή είναι και η προστιθέμενη αξία του καθότι χρησιμοποιεί νέα στρατηγικά εργαλεία προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνεχείς μεταλλάξεις των κοινωνικών και ιστορικών πλαισίων. Το απαραίτητο βήμα που γίνεται είναι ότι φωτίζει κάποιες αθέατες πλευρές έως και παρερμηνείες όπως αυτές εμφανίστηκαν με το ρεύμα του μεταμοντερνισμού. Επίσης, εξάρει την σημασία της Κριτικής Παιδαγωγικής ως την εκπαιδευτική θεωρία-ασπίδα σε μία εποχή που βάλλονται τα δικαιώματα και οι κατακτήσεις της κοινωνίας. Όπως υποστηρίζει στο συλλογικό αυτόν τόμο ο Ζίζεκ, η παιδεία είναι εχθρός του συστήματος, η οποία στο εξής προβλέπεται να παρέχει μόνο περιορισμένη γνώση, ανίκανη να δει την ευρύτερη εικόνα, εφόσον με παιδεία ο πολίτης, θα μπορούσε να επικρίνει και να επαναστατήσει εναντίον της απανθρώπισης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Σύμφωνα με τον Φρέιρε, αυτό συνιστά μία από τις πιο σοβαρές απειλές για την κοινωνία, διότι χωρίς κριτική σκέψη και κριτική συνείδηση, δεν θα υπάρχει και αντίσταση ικανή για να γίνει η βάση στην οποία θα στηριχθεί η ανατροπή αυτής της δυσμενούς κατάστασης. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι το σύστημα των αγορών το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, θέτοντας το ερώτημα αν η κοινωνία έχει πλήρη επίγνωση του κινδύνου.

Η εκπαίδευση αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της κοινωνίας και η κοινωνική αλλαγή είναι διαχρονικά η βασική της αποστολή. Η πτέρυγα της Κοινωνικής Παιδαγωγικής είναι το ριζοσπαστικοποιημένο κομμάτι στον ευρύτερο χώρο της εκπαίδευσης. Καθήκον της είναι η αφύπνιση της κοινωνίας μέσα από την κριτική εκπαίδευση των λαών. Όπως πολύ εύστοχα ο Φρέιρε υποστηρίζει, η εκπαίδευση επηρεάζεται και διαμορφώνεται από όλους τους κοινωνικούς τομείς. Από την άλλη μεριά όμως η εκπαίδευση είναι ο μόνος τομέας που επηρεάζει όλους τους κοινωνικούς τομείς.

Στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, η εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό συνεχώς συρρικνώνεται και έχει υποταχθεί στις αγορές.

Η εκπαίδευση αποτελεί το κατεξοχήν κοινωνικό αγαθό και ως τέτοιο πάντα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της κοινωνίας. Τώρα καλείται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των αγορών. Μια ομάδα αδίστακτων ολιγαρχιών κερδοσκοπούν στις πλάτες της κοινωνικής πλειοψηφίας που υποφέρει. Υπό το δήθεν πρόσχημα των «επιστημονικών» προσεγγίσεων, της «αριστείας» και της αποδοτικότητας, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, με όχημα την ιδιωτικοποίηση, μεταλλάσσουν το γενετικό υλικό της εκπαίδευσης με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός νέου τύπου ατόμου, πλήρως χειραγωγημένου και υποταγμένου στις επιταγές του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος.

Για το λόγο αυτό στο βιβλίο ενώνουν τις φωνές τους μερικοί από τους σημαντικότερους διανοούμενους του κόσμου για να αντιμετωπίσουν αυτήν την λαίλαπα, προκειμένου να προασπίσουν το δικαίωμα στην παιδεία και τη μόρφωση. Οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου οραματίζονται μία δημοκρατική εκπαίδευση, όχι μόνο ως αντίβαρο στην τρέχουσα επίθεση σε καθετί το δημόσιο, αλλά κυρίως ως μέσο για τη χειραφέτηση του ανθρώπου και η Κριτική Παιδαγωγική αποτελεί τον κοινό τόπο στην προσπάθεια αυτή.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 14/04/2012)

Αυτονομίες και χειραφετήσεις

Η Λατινική Αμερική σε κίνηση

Τα δοκίμια που περιλαμβάνονται στο βιβλίο με τίτλο Αυτονομίες και Χειραφετήσεις από τις εκδόσεις αλάνα, απεικονίζουν μία απόπειρα καταγραφής των κοινωνικών κινημάτων των «από κάτω» των λαών του ευρύτερου χώρου της Λατινικής Αμερικής. Από τις κατειλημμένες εκτάσεις στις παρυφές των μεγαλουπόλεων της Χιλής, της Αργεντινής, του Περού και της Βενεζουέλας, έως τις ζαπατίστικες περιοχές στο νοτιοανατολικό Μεξικό και τα απαλλοτριωμένα εδάφη της αγροτικής γης της Βραζιλίας από τους αγροτοεργάτες, ο συγγραφέας του βιβλίου Ραούλ Ζιμπέκι επιχειρεί να ανιχνεύσει τα πολιτικά όρια μεταξύ της ηγεμονίας και της αυτονομίας. Αντιπαραθέτει με τον πλέον αναλυτικό τρόπο την καθετοποίηση των παραδοσιακών τρόπων άσκησης της πολιτικής εξουσίας, με αυτές των οριζόντιων μορφών πολιτικής ισονομίας, προϊόν επινόησης των κοινωνικών κινημάτων σε όλο το μήκος και πλάτος της Λατινικής Αμερικής. Μέσα από αυτή την απεικόνιση ο αναγνώστης διαφωτίζεται από όλες τις πολιτικές διεργασίες και ζυμώσεις αποκτώντας εικόνα για την αθέατη πλευρά τους. Για το λόγο αυτό αιτιολογείται με ολοκληρωμένο τρόπο, γιατί αυτές οι υπόγειες διεργασίες των κινημάτων των «από κάτω» επιβιώνουν και αναπτύσσουν εμβρυακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης μιας άλλης, ανθρώπινης κοινωνίας. Παράλληλα, μέσα από το βιβλίο καταδεικνύονται τα όρια και οι αντιφάσεις αριστερών κυβερνήσεων στο ευρύτερο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ανάλυση στο βιβλίο της σύγκρουσης μεταξύ της αριστερής κυβέρνησης και των κινημάτων των «από κάτω» στον Ισημερινό, που συνιστά το καλύτερο παράδειγμα στη Λατινική Αμερική.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 12/04/2012)

Η πικρή ιστορία του Δημόσιου Χρέους

Από τη σύσταση του ακόμη το ελληνικό κράτος κατέβαλε έναν βαρύ φόρο αίματος στους διεθνείς πιστωτές, που μέσω των δανείων παρενέβαιναν διαρκώς στην ελληνική πολιτική ζωή και περισσότερο στην οικονομία καταδικάζοντας τους εργαζόμενους στη φτώχεια και την κοινωνία στον μαρασμό και την ταπείνωση.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ ΑΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Μόνιμος και σε διαχρονική βάση ο βραχνάς της ιμπεριαλιστικής κηδεμόνευσης του ελληνικού κράτους και διαρκής η λεηλασία του ελληνικού λαού. Αυτή η διαπίστωση  διαπερνάει το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα (εκδ. Άγρα) σε ό,τι αφορά το πρόβλημα του δημοσίου χρέους της Ελλάδας και ιδιαίτερα του εξωτερικού. Όποιος το μελετήσει θα νομίζει ότι γράφτηκε για το σήμερα. Και όμως, γράφτηκε πριν από την κατοχή του ‘40. Με τον πλέον επιστημονικό τρόπο περιγράφεται η πορεία της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας μέχρι την κατοχή η οποία συνεχίζεται έως σήμερα.

Όπως γράφει στη σελ. 193, «οι πατέρες του έθνους ψήφισαν το νόμο που ζήταγαν οι τοκογλύφοι ομολογιούχοι περί Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1893. Για να πάρουν οι τοκογλύφοι τα λεφτά τους, τούς παραχωρήσαμε όλα τα κρατικά μονοπώλια και να απομείνουν οι ψηφίσεις νέων φορολογικών νομοσχεδίων καταπίεσης του λαού. Πραγματικά, τούτος ο έλεγχος του ΔΟΕ, ήταν ο βαρύτερος και ξεφτυλιστικότερος από κάθε άλλον έλεγχο που επιβλήθηκε σ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα. Στην ουσία δεν ήταν μονάχα οικονομικός, αλλά και πολιτικός»… Το σπουδαιότερο εύρημα όμως της μελέτης του Μπελογιάννη αφορά ότι μέχρι το 1932 η Ελλάδα δανείστηκε 2 δισ. χρυσά φράγκα και πληρώθηκαν για αυτά σε τοκοχρεολύσια 2,2 δισ. χρυσά φράγκα. Ενώ το κράτος συνέχισε ακόμη να χρωστά 2 δισ. φράγκα. Μαζί με τους απλήρωτους τόκους δηλαδή, το ελληνικό κράτος χρωστούσε περισσότερα από όσα δανείστηκε! (Οποιαδήποτε σχέση φυσικά με την σημερινή κατάσταση κατά την οποία τα ποσά που έχουμε δώσει για την αποπληρωμή του χρέους την τελευταία 20ετία είναι διπλάσια απ’ ότι οφείλουμε  σήμερα είναι εντελώς τυχαία). Αφαιρώντας τα υπόλοιπα ποσά που πληρώθηκαν από τον κρατικό προϋπολογισμό μέχρι το 1932, τότε εύκολα διαπιστώνεται ότι τα ποσά που πήγαιναν στα εργατολαϊκά εισοδήματα ήταν πενιχρά. Μέχρι και σήμερα αυτά είναι τα τραγικά θύματα του ξένου τοκογλυφικού κεφαλαίου που αφαίμαζε τη χώρα.

Χρήσιμα στοιχεία για τον εξωτερικό δανεισμό της Ελλάδας από την εποχή ακόμη της Επανάστασης (1824-25) έως και σήμερα παρουσιάζονται επίσης με γλαφυρό και αναλυτικό τρόπο στο βιβλίο του Τάσου Μηνά Ηλιαδάκη, με τίτλο Ο εξωτερικός δανεισμός στη γένεση και εξέλιξη του νέου ελληνικού κράτους 1824-2009 (εκδ. Μπατσιούλας). Με τρόπο άκρως αποκαλυπτικό περιγράφεται το χρονικό των ελληνικών δανειακών συμβάσεων και το κόστος τους για τον ελληνικό λαό και τη χώρα. Από τα δάνεια της ανεξαρτησίας, ο Ηλιαδάκης περνά στο δάνειο του Όθωνα, τον Τρικουπικό δανεισμό, την πτώχευση του 1893 και τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο του 1898,  την εμπόλεμη περίοδο των εκτάκτων δαπανών, στην Ελλάδα κατά τη μικρασιατική καταστροφή, την μεταπολεμική ανόρθωση και την δικτατορία των συνταγματαρχών, φτάνοντας ως τη Μεταπολίτευση. Το συμπέρασμα του συγγραφέα είναι πως από το 1949 και μετά, ακόμη κι έπειτα από το 1981 που η Ελλάδα μπήκε στην ΕΟΚ,   το παραγωγικό τοπίο της Ελλάδας παραμένει αμετάβλητο.

Οι δύο παραπάνω μελέτες (από τις οποίες αντλήθηκαν τα κυριότερα στοιχεία για το δημόσιο χρέος με έμφαση στο εξωτερικό) συνιστούν υποδειγματικές δουλειές από κάθε άποψη: την ριζοσπαστικότητα των προσεγγίσεων, το βάθος της ανάλυσης, κλπ.

Η ΠΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Από τη σύσταση του ακόμη το ελληνικό κράτος κατέβαλε έναν βαρύ φόρο αίματος στους διεθνείς πιστωτές, που μέσω των δανείων παρενέβαιναν διαρκώς στην ελληνική πολιτική ζωή και περισσότερο στην οικονομία καταδικάζοντας τους εργαζόμενους στη φτώχεια και την κοινωνία στον μαρασμό και την ταπείνωση. Συγκλονιστικές οι περιγραφές του Νίκου Μπελογιάννη και του Τάσου Μηνά Ηλιαδάκη.

Με την έναρξη της επανάστασης του 1821, πριν ακόμα δηλαδή τη σύσταση του ελληνικού κράτους, ξεκινάει η παρέμβαση του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα. Το ελληνικό κράτος θα συσταθεί το 1832. Έως τότε ήταν επιτακτική η ανάγκη να βρεθούν έσοδα προκειμένου να υποστηριχθεί ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας. Τότε ξεκινάει η ιστορία της λήψης δανείων από το εξωτερικό για την Ελλάδα. Τα πρώτα δάνεια της ανεξαρτησίας ήταν ύψους 2,8 εκατ. λιρών. Από αυτά αποδόθηκαν στην Ελλάδα 1,6 εκατ. λίρες. Τα υπόλοιπα 1,2 εκ. κατακρατήθηκαν από τις δανειοδότριες αγγλικές τράπεζες. Η Ελλάδα έπρεπε να πληρώνει τόκους και χρεολύσια για κεφάλαιο που δεν της χορηγήθηκε ποτέ! Το 1827, η Ελλάδα θα κηρύξει την πρώτη της πτώχευση. Ο κρατικός προϋπολογισμός το 1830 εμφάνιζε έλλειμμα 40%, το οποίο προερχόταν αποκλειστικά από τον εξωτερικό δανεισμό. Το 1832 το εξωτερικό δημόσιο χρέος ήταν το 64% επί του συνολικού δημόσιου χρέους. Την εποχή εκείνη οι Τάιμς του Λονδίνου είχαν γράψει ότι «η Ελλάδα θα κέρδιζε τον αγώνα της χωρίς την βοήθεια της Αγγλίας και του αγγλικού χρηματιστηρίου». Τα εξωτερικά δάνεια της «ανεξαρτησίας», θα αποσβεστούν το 1921! Πρώτα το κράτος θα εξοφλήσει τους ομολογιούχους το 1889, έχοντας δανεισθεί 15 εκατ. φράγκα.

Το 1833 θα ακολουθήσει το περίφημο δάνειο του Όθωνα που υποθήκευσε μια για πάντα την πολιτική και οικονομική ζωή του ελληνικού κράτους. Το δάνειο εκδόθηκε στους Ρότσιλδ, τους μεγαλύτερους τοκογλύφους της εποχής, με πραγματική τιμή 94%. Οι δυσβάστακτοι όροι και οι εγγυήσεις, παρείχαν ασφάλεια και γι’ αυτό είχαν μεγάλη ζήτηση. Το ονομαστικό ποσό του δανείου ήταν 64 εκατ. δρχ. Το ελληνικό δημόσιο μόλις που πήρε 9 εκατ. τα οποία σπαταλήθηκαν για τα έξοδα της αντιβασιλείας και τον στρατό, που τα 2/3 του ήταν Βαυαροί. Από αυτό το ποσό 33 εκατ. πήγαν για προκαταβολικούς τόκους και χρεολύσια. Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία κράτησαν 2,5 εκατ. φράγκα, ενώ 12,5 εκατ. υποτίθεται ότι θα τα έπαιρναν οι Τούρκοι. Κατέληξαν όμως στους Ρώσους ως πολεμική αποζημίωση. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 1833-43 τα συνολικά έσοδα του κράτους ανέβηκαν στα 132 εκ., τα οποία πήγαιναν στη διεθνή κηδεμονία. Από το 1859 και μετά η Ελλάδα όφειλε να πληρώνει 900.000 φράγκα το χρόνο, με μέγιστο χρόνο απόσβεσης το 1974! Το 1871 η Ελλάδα χρώσταγε 100 εκατ. δρχ. Ο ονομαστικός εξωτερικός δανεισμός της περιόδου 1879-1893 ήταν 640 εκατ. φράγκα, με πραγματικό 464 εκατ. φράγκα. Η Ελλάδα θα πάρει 350,7 εκ. φράγκα και τα υπόλοιπα θα πάνε για την αποπληρωμή προηγούμενων δανείων.

Κατά την τρικουπική περίοδο (1882-1893) το ελληνικό κράτος χρεώθηκε 450 εκατ. φράγκα. Ήδη ήταν η περίοδος που θεμελιωνόταν ο ιμπεριαλισμός παγκοσμίως. Εξέλιξη που διευκόλυνε την παροχή ρευστού και δανείων σε μία χώρα της περιφέρειας. Αρκεί να τα συνόδευαν γερές εγγυήσεις και ληστρικοί όροι. Οι ξενόδουλες ελληνικές κυβερνήσεις ήταν πάντα πρόθυμες να τους αποδεχτούν. (Και πάλι οποιαδήποτε ομοιότητα με το σήμερα είναι καθαρά συμπτωματική). Το 1889 υπογράφτηκε δάνειο ονομαστικής αξίας 30 εκατ. φράγκων με 20,4 εκατ. πραγματικό κεφάλαιο και δάνειο 125 εκατ. με πραγματικά 91 εκατ. Τούτα τα δάνεια συγχωνεύτηκαν κατεβάζοντας την ονομαστική αξία στο 68%. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ) το έκανε χρεολυτικό! Και το γδύσιμο σε βάρος του ελληνικού λαού δεν σταμάτησε εκεί.

Ο Τρικούπης πήρε το γνωστό στην ιστορία «δάνειο των σιδηροδρόμων» από το Λονδίνο το 1890. Πήρε 60 εκατ. ονομαστικά και πραγματικά 52,9 εκατ., με υποθήκη στους ξένους την σιδηροδρομική γραμμή Πειραιά-Λάρισα. Τα 38 εκατ. πήγαν σε προηγούμενους ξένους πιστωτές και το έργο πάγωσε. Το 1892 το έλλειμμα ξεπέρναγε τα 30 εκατ. Στο εσωτερικό οι μεγαλοαστοί και οι τραπεζίτες μετέτρεπαν τα κεφάλαια τους σε χρυσό, πουλώντας τον πανάκριβα στο κράτος που το είχε ανάγκη. Το 1893 ο Τρικούπης θα κηρύξει την πτώχευση με την ιστορική πλέον ρήση «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Είχε ήδη προηγηθεί η χρεοκοπία του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος. Η περίοδος 1902-1909 είναι υποθηκευμένη στην εξυπηρέτηση των εξωτερικών δανείων της τρικουπικής περιόδου. Το διάστημα 1915-23 οι ελληνικές κυβερνήσεις δανείζονται από την εγχώρια αγορά 220 εκατ. δρχ.

Μετά το 1924 και την μικρασιατική καταστροφή παρατηρείται μία ραγδαία εισροή ξένων κεφαλαίων στην Ελλάδα λόγω της καταστροφής που υπέστησαν στην Μικρά Ασία κι επίσης λόγω της εισροής φθηνής εργατικής δύναμης των προσφύγων που επιτάχυνε τη διαδικασία συσσώρευσης του ελληνικού κεφαλαίου. Τα ξένα κεφάλαια ανέρχονταν στα 2,2 δισ. χρυσά φράγκα, με ετήσια χρεολύσια 137,5 δισ. Το λεγόμενο προσφυγικό δάνειο ήταν 12,3 εκατ. λίρες ονομαστικής αξίας και η Ελλάδα πήρε το 88%. Για δάνειο που προορίζονταν σε πρόσφυγες ο τόκος ήταν 9%! Οι προσφυγοκάπηλοι που ανέλαβαν τα έργα «αποκατάστασης» οργίασαν στις πλάτες των δυστυχισμένων προσφύγων. Στις αρχές του 1930, η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους απορροφούσε το 36,3% των τακτικών εξόδων. Το έλλειμμα έκλεισε στο 1 δισ. Από δημόσια έσοδα ύψους 8,2 εκ. οι ομολογιούχοι έπρεπε να πάρουν 4,4. (Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης με φορολογικά έσοδα περίπου 50 δισ. ευρώ το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, χωρίς τη συμφωνία ανταλλαγής, είναι 87 δισ. ευρώ). Το ίδιο διάστημα οι πορείες πείνας ήταν καθημερινό φαινόμενο και ο λαϊκός παράγοντας ανάγκασε τον Βενιζέλο να πληρώσει τα τοκομερίδια σε δραχμές. Το 1932 τα δημόσια έσοδα έφταναν τα 7,7 δισ. και οι ξένοι πιστωτές θα έπαιρναν 6. Ακολούθησε φοροεπιδρομή και άτακτη χρεοκοπία σε βάρος του λαού.  Η χρεοκοπία του 1932 βασίζεται στην ισοτιμία της δραχμής με τη χρυσή λίρα Αγγλίας.

Το 1936 εγκαθιδρύεται η μοναρχοφασιστική δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Το 1937 τα δάνεια που γίνονται από τη ναζιστική Γερμανία αγγίζουν τα 2,3 δισ. δρχ.. Τα καπνά και τα μεταλλεύματα φεύγουν για το Βερολίνο. Το Λονδίνο δεν βλέπει με καλό μάτι την συμφωνία του Μεταξά με τη Γερμανία του Χίτλερ. Έτσι το 1939 η κυβέρνηση Μεταξά δανείζεται από την Αγγλία 2 δισ. δρχ. Με αυτό τον τρόπο το Λονδίνο επανέφερε την Ελλάδα στην τάξη και την …αγκαλιά του. Ο προϋπολογισμός του κράτους άγγιζε τα 20 δισ. λόγω των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών. Για τον σκοπό αυτό ρημαχτήκαν και τα ασφαλιστικά ταμεία και τα ταμιευτήρια. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος που προέκυψε αμέσως μετά έδειξε ότι η πολεμική μηχανή της Ελλάδας ήταν ανύπαρκτη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1939 μέχρι το 1941 οι ομολογιούχοι εισέπρατταν κανονικά από το κράτος 2,5 δις δρχ.! Στη κατοχή η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους θα ανασταλεί μέχρι το 1949.

Μεταπολεμικά, το 1953 η Ελλάδα θα συνάψει τρία εξωτερικά δάνεια ύψους 145 εκατ. δολ. Το δημόσιο χρέος περίπου δεκαπλασιάσθηκε. Το 1954 το 89% του χρέους αφορούσε δανεισμό σε ξένο νόμισμα και το υπόλοιπό σε δραχμές. Μέχρι τα μέσα του 1960 ο μεταπολεμικός δανεισμός τριπλασιάσθηκε απορροφώντας από 8% των τακτικών εσόδων το 21%. Το 1962-67 επανακαθορίστηκαν οι όροι αποπληρωμής των ομολογιακών δανείων και αποπληρώθηκε το 97% του προπολεμικού ομολογιακού εξωτερικού χρέους που άγγιζε τα 6,4 δισ. δρχ. Το εξωτερικό χρέος της περιόδου εκείνη αποτελούσε το 35% των τακτικών εσόδων. Κατά τη διάρκεια της χουντικής περιόδου (1967-74) το χρέος αυξήθηκε 3,5 φορές, τα εξωτερικά δάνεια κατά 12,5%, ο δανεισμός σε χρυσό κατά 38% και τα δάνεια σε δραχμές εκτοξεύθηκαν. Για την κάλυψη του χρέους οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 315%. Από το 1972 οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους ξεπέρασαν και το άληκτο εξωτερικό δημόσιο χρέος αμέσως μετά την κατοχή. Η συνολική εξυπηρέτηση ανήλθε στα 53,9 δισ. δρχ. Το 46,5% αφορούσε χρεολύσια, το 50,4% για τόκους και το 3% έξοδα εξυπηρέτησης.

Τα χρόνια της μεταπολίτευσης η αύξηση του δημόσιου χρέους είναι συνεχής. Την εφταετία 1975-81 ο δανεισμός του κράτους είναι κυρίως εσωτερικός και αγγίζει το 87% του συνολικού δημόσιου χρέους. Από το 1975 μέχρι το 1987 η Ελλάδα σύναψε δάνεια ύψους 18,4 δισ. δολ. εκ των οποίων τα 14,8 δισ. διατέθηκαν για την εξυπηρέτηση προηγούμενων δανείων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρέλαβε το δημόσιο χρέος στο 66,3% και το παρέδωσε στο 102,8%. Τα δάνεια που έγιναν επί Μητσοτάκη άγγιξαν τα 129,2 δισ. δρχ. με χαριστική περίοδο από 3,5 έως 5,5 χρόνια και με επιτόκια από 6% έως και 10%.

Από το 1992, και ιδίως από το 2000 και μετά, ο παραδοσιακός εσωτερικός και εξωτερικός δανεισμός δίνει την σκυτάλη του στα ομολόγα Ελληνικού Δημοσίου. Μετά το 2000 ο ομολογιακός δανεισμός θα ξεπεράσει το 90% του συνολικού δανεισμού. Η συνέχεια, με την Ελλάδα να παγιδεύεται στον ιστό των όριμων πια ομολογιακών αγορών, είναι λίγο πολύ γνωστή…

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

“ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ”

Έπνιξαν την επανάσταση στα δανεικά!

Ο ενθουσιασμός που έσπειρε η έναρξη της επανάστασης του 1821 έκανε το λαό να προσφέρει ότι μπορούσε από το υστέρημα του. Από την άλλη μεριά οι Κουντουριώτηδες και Σία, οι αστοκοτσαμπάσηδες και οι Φαναριώτες όπως αναφέρει ο Μπελογιάννης στο βιβλίο του Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, έπεσαν με τα μούτρα για να αρπάξουν τη γη που άφησαν οι Τούρκοι. Και σαν μην έφτανε τούτο, δεν πλήρωναν ούτε τους φόρους τους, αρπάζανε και όσα πρόσφερε ο λαός. Τα έσοδα ήταν πενιχρά για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της ελληνικής επανάστασης.

Το 1822 συστάθηκε μία ανεξάρτητη «επί των εθνικών λογαριασμών επιτροπή». Αντιμετωπίζοντας τα εμπόδια στο έργο της από τους αστοκοτζαμπάσηδες, η επιτροπή πραγματοποίησε τον δικό της λογιστικό έλεγχο στους εθνικούς λογαριασμούς. Η έκθεση ανέφερε ότι οι τότε διαχειριστές του δημοσίου ταμείου φούσκωσαν τα έξοδα σε 38,6 εκατ. γρόσια το χρόνο και τα έσοδα τα συρρίκνωσαν σε 12,8 εκατ. Από τα 17.250 ομόλογα που τύπωσαν αξίας 5 εκατ. γροσιών κυκλοφόρησαν 3.688 αξίας 1.471.000 γροσιών. Στα ταμεία βρέθηκαν μόνο 408, αξίας 42.100 γροσιών. Είχαν υπεξαιρεθεί 13.154 ομόλογα, αξίας 3.486.900 γροσιών από τους αστοκοτζαμπάσηδες. Τα έσοδα για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα από τη Φιλική Εταιρεία και το εξωτερικό που είχαν μαζευτεί είχαν μπει στα ταμεία μερικές εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια και λείπανε κάποια εκατομμύρια. Η έκθεση της επιτροπής κατατέθηκε στην Τρίτη Εθνική Συνέλευση αναγκάζοντας τον Κολοκοτρώνη να δηλώσει ότι «κάποιοι ελπίζουν να κληρονομήσουν τους Τούρκους και να μείνουν μόνοι τους στον τόπο αυτόν…». Έτσι έφτιαξε έναν ονομαστικό κατάλογο με τις οφειλές του καθενός τους εξασφαλίζοντας μερικές χιλιάδες γρόσια. Φυσικά τα έσοδα ήταν πενιχρά και οι κοτζαμπάσηδες πρότειναν δάνειο για να υπεξαιρέσουν και άλλα χρήματα, αφού πρώτα απομόνωσαν τους Φιλικούς.

Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Τάσου Ηλιαδάκη με τον τίτλο «Ο εξωτερικός δανεισμός», το 1823 το Λονδίνο προσφέρει άγρια τοκογλυφικά δάνεια στα νεοσύστατα κράτη της Λατινικής Αμερικής. Οι λεγόμενοι αγγλόφρονες θα συγκροτήσουν πραξικοπηματικά μια τριμελή επιτροπή δανείου στην Ελλάδα, η οποία θα διαπραγματεύονταν με το Λονδίνο το δάνειο. Το επιχείρημα τους ήταν ότι η πόλωση με την Αγγλία θα οδηγήσει σε επιτυχία την ελληνική επανάσταση.

Όπως συμβαίνει και σήμερα, στην συμφωνία του δανείου προβλεπόταν και η αγορά πέντε πολεμικών πλοίων. Το ένα από τα δύο μεγάλα κάηκε στο Τάμεση και το άλλο βγήκε από τον ποταμό γιατί πήγε να βουλιάξει. Όταν αυτό επισκευάστηκε το 1828 ήρθε στην Ελλάδα άλλα τέθηκε σε αχρηστία. Τα δύο μικρά έμειναν στο Λονδίνο καθότι ήταν άχρηστα, ενώ το τρίτο μπήκε στη μάχη αφού πρώτα άλλαξαν τη μηχανή του. Ότι απέμεινε από το πρώτο δανεισμό της Ελλάδας θα τύχει «ατασθαλούς» διαχείρισης και δεν θα εξυπηρετήσει ποτέ τον σκοπό του.

ΛΗΣΤΡΙΚΕΣ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ

Ζητιανιά επιβάλλουν οι πιστωτές!

Τα κυριότερα γεγονότα της πολιτικής και οικονομικής ζωής της Ελλάδας τα τελευταία 190 χρόνια σημαδεύτηκαν από την εισροή ξένου κεφαλαίου και συγκεκριμένα αυτού που ήρθε υπό την μορφή εξωτερικού δανεισμού. Οι ληστρικές διαθέσεις των ξένων τοκογλύφων που συμμαχούν με την αρπακτική όρεξη των ντόπιων αστοκοτζαμπάσηδων τότε και λαμογιών – τραπεζιτών σήμερα συνθέτουν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του ελληνικού κράτους.

Όπως τόνισε ο Μπελογιάννης, «για να ανιστορήσει κανείς την ιστορία του ελληνικού κράτους, θα χρειαστεί να ζητήσει στους ξένους τοκογλύφους και στα κράτη που τους προστάτευαν τις αιτίες για τις μεγαλύτερες συμφορές του ελληνικού λαού. Και όποιος θελήσει να γράψει για το ξένο κεφάλαιο και ιδιαίτερα για τα εξωτερικά δάνεια, δεν μπορεί να μη δέσει με πολλά από τα κυριότερα πολιτικά γεγονότα που ξετυλίχθηκαν στην Ελλάδα». Αυτά τα έγραφε ο κομμουνιστής Ν. Μπελογιάννης 70 χρόνια πριν. Την δημοσιονομική πολιτική όλων σχεδόν των ελληνικών κυβερνήσεων έως και σήμερα την συνθέτουν ληστρικά δάνεια, χρεοκοπίες, φοροεπιδρομές, αναγκαστικές κυκλοφορίες χρήματος, πληθωρισμοί και όλα αυτά πάντα στις πλάτες του λαού. Όπως συνέβη σε όλα τα αδύναμα κράτη του κόσμου έτσι και στην Ελλάδα επικράτησε η πολιτική της ζητιανιάς. Ποτέ τους δεν θέλησαν ένα αδύναμο κράτος στην παγκόσμια σκακιέρα να σηκώσει κεφάλι καθότι θα κοπεί η πολιτική και οικονομική εξάρτηση.

Όπως γράφει ο Κυριάκος Σιμόπουλος «σ’ αυτή τη χώρα άλλοι θα αποφασίζουν για τις ελευθερίες και το βιοτικό επίπεδο του λαού. Η ξενοκρατία προκάλεσε τερατογονίες στην Ελλάδα: το μεταπολεμικό μεταπρατικό κράτος, τη μετανάστευση, τον παρασιτικό καπιταλισμό, τα πελατειακά κόμματα, την παχύδερμη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, τις συντεχνίες, την υπερχρέωση. Και στο βάθος μόνιμα το φάσμα της εθνικής χρεωκοπίας. Χωρίς την θαρραλέα αναγνώριση των ιστορικών αιτών που προκάλεσαν την παρακμή του ελληνικού κράτους, χωρίς τον συσχετισμό της ξενοκρατίας με τον πολιτικό εκφαυλισμό είναι μάταιη κάθε προσπάθεια για εξυγίανση και ανόρθωση».

Πάντα με την παρότρυνση των ξενόδουλων κυβερνήσεων και των ξένων και ντόπιων τοκογλύφων τα όποια δημόσια έσοδα, που ήταν προϊόν του μόχθου της εργαζόμενης πλειοψηφίας, γίνονταν λεία των ντόπιων και ξένων ομολογιούχων. Φυσικά όταν ο λαϊκός παράγοντας ισχυροποιούνταν έμπαινε κάποιο φρένο στις βλέψεις τους. Όπως συνέβη αρκετές φορές στην σύγχρονη πολιτική ιστορία του τόπου – όπως συμβαίνει και σήμερα – σε περιόδους κρίσεων ακολουθούσε η πολιτική της δήθεν «σταθεροποίησης» με τις οικουμενικές κυβερνήσεις. Όπου οι δυνάμεις του ντόπιου κεφαλαίου συνασπιζόντουσαν με αυτές του ξένου, προκειμένου «ειρηνικά» και «ενωμένα» να ξεζουμίσουν ότι απέμεινε πριν οδηγηθεί η χώρα σε άτακτη χρεοκοπία. Για την παγίωση της ξένης κυριαρχίας και των οικονομικών δεσμεύσεων πραγματοποιήθηκαν μέχρι και νοθευμένα δημοψηφίσματα για να έχουν την εξουσία ξενόδουλα αυταρχικά καθεστώτα. Και όταν η αστάθεια παρέμενε στο πολιτικό σκηνικό της και επικράτησε το χάος ακολούθησαν στρατιωτικές δικτατορίες για την «αποκατάσταση της τάξης». Και όπως συνέβη σε άλλα αναπτυσσόμενα κράτη, προκάλεσαν τεράστια εξωτερικά χρέη. Στη συνέχεια με την αποκατάσταση της «δημοκρατίας», οι τράπεζες της Δύσης εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση δίνοντας τοκογλυφικά δάνεια για να αποπληρωθούν οι συσσωρευμένες οφειλές.

Στην Ελλάδα, η πρώτη χρεοκοπία έγινε το 1827, η δεύτερη το 1843, η τρίτη το 1893, η τέταρτη το 1932 και η πέμπτη έχει ξεκινήσει. Από όλες αυτές ο ελληνικός λαός δεν επωφελήθηκε σε καμία, όπως έγινε αλλού. Αντίθετα αυτός κλήθηκε να πληρώσει το κόστος. Αποτελεί ιστορική υποχρέωση του εργατικού κινήματος να θέσει επιτέλους τους όρους της επικείμενης χρεοκοπίας παλεύοντας για παύση πληρωμών και τη διαγραφή όλου ή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους. Η εργαζόμενη πλειοψηφία να θέσει αυτή τους όρους και να ιδιοποιηθεί τα επιτεύγματα της επιστήμης και τον πλούτο της χώρας προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 04/03/2012)

Η κρίση στην Ελλάδα πρόκειται να πάρει μεγαλύτερη προέκταση

Η νέα δανειακή σύμβαση, το νέο μνημόνιο και το ΡSΙ δεν οδηγούν στη δήθεν σωτηρία του ελληνικού κράτους, αλλά σε άτακτη χρεοκοπία του.

ΕΛΛΑΔΑ

Όπως δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις, η κρίση στην Ελλάδα πρόκειται να πάρει μεγαλύτερη προέκταση. Ακόμη και αν το πακέτο της τρέχουσας «διάσωσης» εγκρίθηκε από την τρόικα (ΕΕ/ΕΚΤ/ΔΝΤ), η Ελλάδα κατευθύνεται προς ένα μεγάλο πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο.

Κατ’ αρχάς, είναι πλέον σαφές ότι η «διάσωση» δεν είναι στην πραγματικότητα μια διάσωση της Ελλάδας, αλλά κυρίως είναι μια διάσωση του γαλλογερμανικού τραπεζικού συστήματος. Και εξηγούμαστε. Κατά την τελευταία δεκαπενταετία, η Γερμανία δεν έχει αυξήσει κατά το ελάχιστο τους εγχώριους μισθούς της. Έτσι στην πλάτη της εργαζόμενης πλειοψηφίας του γερμανικού λαού δημιούργησε ένα τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα σε σχέση με την Ελλάδα και με άλλες περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης. Αυτά τα πλεονάσματα έχουν ανακυκλωθεί από τις ιδιωτικές τράπεζες δανείζοντας την περιφέρεια, κατά τον ίδιο τρόπο όπως την περίοδο 1973/79, όπου τα πλεονάσματα πετρελαίου ανακυκλώνονταν σε μεγάλο βαθμό μέσω Λονδίνου υπό τη μορφή των προσοδοφόρων στεγαστικών δανείων στη Λατινική Αμερική.

Έτσι τη δεκαετία του 1980 οι χώρες της Λατινικής Αμερικής (καθώς και σε άλλες περιφερειακές χώρες) υπέστησαν μια κρίση χρέους. Την ίδια ώρα το ΔΝΤ επέβαλε τα σχέδια σκληρής λιτότητας προκειμένου τα κράτη αυτά να εξοφλήσουν το δημόσιο χρέος τους, οδηγώντας σε μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Σήμερα είμαστε λίγο-πολύ μάρτυρες του ίδιου φαινομένου εντός της ευρωζώνης και συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Με την επιβεβλημένη λιτότητα το ΑΕΠ της χώρας έχει μειωθεί κατά 15% από τις αρχές του 2009 και η ανεργία πλήττει σχεδόν το ήμισυ του συνόλου της νέας γενιάς.

Τώρα που οι γερμανικές τράπεζες έχουν μειώσει κατά πολύ την έκθεσή τους στο ελληνικό χρέος, η Γερμανία κάνει δεύτερες σκέψεις για την παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ. Η Γερμανία όμως δεν έχει απολύτως κανένα οικονομικό ή πολιτικό κέρδος από την εγκατάλειψη της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Αντιθέτως, μία εξουθενωμένη Ελλάδα, Πορτογαλία, σε λίγο και Ιταλία και Ισπανία υποταγμένες σε όλες τις γερμανικές απαιτήσεις από την οικονομική, κοινωνική και πολιτική τους εξαθλίωση επισφραγίζουν τη γερμανική ηγεμονία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Η νέα δανειακή σύμβαση, το νέο μνημόνιο και το ΡSΙ δεν οδηγούν στη δήθεν σωτηρία του ελληνικού κράτους, αλλά σε άτακτη χρεοκοπία του. Με επιστροφή σε νέο νόμισμα και μεγαλύτερο κόστος εξόδου από την ευρωζώνη! Δεν μπορεί για παράδειγμα να αποτελεί στόχο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ναφτάσειστο 120% του ΑΕΠ, δηλαδή στο επίπεδο που ήταν το 2008-2009 όταν την ανάγκασαν να προσφύγει στον μηχανισμό στήριξης. Οι ξένοι πιστωτές στοχεύουν στην αποπληρωμή των τραπεζών μέσω δανείων της χώρας από τον μηχανισμό και στο ξεπούλημα του ελληνικού δημοσίου πλούτου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι έως και σήμερα στρατιωτικές δαπάνες που φτάνουν σχεδόν το 5% του ΑΕΠ της Ελλάδας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αποτελεί το διπλάσιο από τον μέσο όρο των χωρών που συμμετέχουν στο ΝΑΤΟ. Περιέργως αυτή η πτυχή της «ελληνικής σπατάλης» δεν έχει αμφισβητηθεί από την Τρόικα μέχρι σήμερα. Και αυτό γιατί η Ελλάδα εισάγει τα οπλικά της συστήματα, κυρίως από τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ. Πέρα του ότι σχεδόν όλο το δάνειο πηγαίνει στην αποπληρωμή των γαλλογερμανικών τραπεζών, ένα μέρος του συνεχίζει να πηγαίνει σε δαπάνες για αμυντικούς εξοπλισμούς από τις προαναφερθείσες χώρες.

Τα έως τώρα συμπεράσματα είναι σαφή. Οι δράσεις της Τρόικας στην Ελλάδα είναι καταστροφικές. Σίγουρα οι εσωτερικές πολιτικές συνέπειες μιας ελληνικής χρεοκοπίας θα είναι ραγδαίες. Αν γίνουν γενικές εκλογές τον Απρίλιο (που είναι σχεδόν αμφίβολο), θα δείξουν την πλήρη απαξίωση των δύο παραδοσιακών κομμάτων, ως αποτέλεσμα της σκληρής λιτότητας που επιβάλλουν υπακούοντας στις εντολές της Τρόικας. Μεγάλη άνοδο θα εμφανίσουν οι παρατάξεις που έχουν δεσμευθεί την εγκατάλειψη της χώρας από το ευρώ. Η αστάθεια που επικρατεί στο πολιτικό σκηνικό της χώρας αγγίζει τα όρια του χάους. Και όπως έχει δείξει η πρόσφατη ιστορία όταν επικράτησε το χάος πραγματοποιήθηκε και στρατιωτική επέμβαση για να «αποκαταστήσει την τάξη».

Πολλοί είναι αυτοί που θυμούνται ότι μετά τον εμφύλιο πόλεμο ή το πραξικόπημα των συνταγματαρχών του 1967 η Δύση έκανε τα στραβά μάτια στην καταστολή που ακολούθησε. Αυτό φυσικά είναι κάτι που απευχόμαστε να συμβεί.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα Φιλελεύθερος, 28/02/2012)